αναρρήγνυμι

αναρρήγνυμι
ἀναρρήγνυμι και -ύω (Α)
1. σχίζω, σπάζω, ανοίγω κάτι, κάνω τομή σε κάτι
2. ανορύσσω, εκσκάπτω
3. κατακρημνίζω, ανατρέπω, αναποδογυρίζω
4. (για πτώμα) ξεσχίζω, κατασπαράζω, κατακόβω
5. μτφ. ερεθίζω κάποιον, τον κάνω να ξεσπάσει
6. (για στόμα) κρατώ ορθάνοιχτο
7. (αμτβ.) βγαίνω στην επιφάνεια, ξεσπώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀναρρήξω — ἀναρρήγνυμι break up aor subj act 1st sg ἀναρρήγνυμι break up fut ind act 1st sg ἀναρρήγνυμι break up aor ind mid 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρήξει — ἀναρρήγνυμι break up aor subj act 3rd sg (epic ionic) ἀναρρήγνυμι break up fut ind mid 2nd sg ἀναρρήγνυμι break up fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνυμένων — ἀναρρήγνυμι break up pres part mp fem gen pl ἀναρρήγνυμι break up pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνύει — ἀναρρήγνυμι break up pres ind mp 2nd sg ἀναρρήγνυμι break up pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνύμεναι — ἀναρρήγνυμι break up pres part mp fem nom/voc pl ἀναρρήγνυμι break up pres inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνύμενον — ἀναρρήγνυμι break up pres part mp masc acc sg ἀναρρήγνυμι break up pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνύντα — ἀναρρήγνυμι break up pres part act neut nom/voc/acc pl ἀναρρήγνυμι break up pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηγνύουσι — ἀναρρήγνυμι break up pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναρρήγνυμι break up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρηξάντων — ἀναρρήγνυμι break up aor part act masc/neut gen pl ἀναρρήγνυμι break up aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρρήξαντα — ἀναρρήγνυμι break up aor part act neut nom/voc/acc pl ἀναρρήγνυμι break up aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”